Γράψ’ τα, κύριε Γιώργο: Η εποχή του βερεσέ

Υπήρχε μια εποχή που η γειτονιά είχε πρόσωπο, το παντοπωλείο γνώριζε τις ανάγκες κάθε οικογένειας και μια απλή φράση αρκούσε για να συνεχιστεί το νοικοκυριό: «Γράψ’ τα, κύριε Γιώργο».

Ήταν η εποχή του βερεσέ. Μια εποχή διαφορετική, όπου τα χρήματα συχνά δεν έφταναν μέχρι το τέλος του μήνα, όμως η εμπιστοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους μπορούσε να κρατήσει ένα σπίτι όρθιο.

Το τετράδιο του βερεσέ

Σε πολλά παντοπωλεία της παλιάς Ελλάδας υπήρχε ένα τετράδιο που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο.

Δεν ήταν λογιστικό βιβλίο με περίπλοκους υπολογισμούς. Ήταν ένα απλό τεφτέρι, συχνά φθαρμένο από τον χρόνο και γεμάτο χειρόγραφες σημειώσεις.

Δίπλα στο όνομα κάθε οικογένειας καταγράφονταν τα ψώνια της ημέρας:

  • ένα κιλό ζάχαρη,

  • λίγο λάδι,

  • καφές,

  • σαπούνι,

  • όσπρια,

  • αλεύρι,

  • και ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο για το σπίτι.

Ο μπακάλης γνώριζε ότι τα χρήματα θα έρθουν αργότερα. Δεν χρειαζόταν πιστωτική κάρτα, υπογραφή ή συμβόλαιο.

Χρειαζόταν εμπιστοσύνη.

«Γράψ’ τα, κύριε Γιώργο»

Η φράση αυτή έγινε σχεδόν συνώνυμη μιας ολόκληρης εποχής.

Όταν η νοικοκυρά έφτανε στο παντοπωλείο και διαπίστωνε ότι τα χρήματα δεν αρκούσαν για όλα τα απαραίτητα, υπήρχε μια λύση.

«Γράψ’ τα, κύριε Γιώργο».

Ο μπακάλης έπαιρνε το μολύβι και άνοιγε το τετράδιο.

Δεν ρωτούσε πολλά. Ήξερε την οικογένεια. Ήξερε ποιος δούλευε, πότε πληρωνόταν και ποιες δυσκολίες αντιμετώπιζε.

Η πίστωση ήταν προσωπική υπόθεση.

Και ακριβώς γι’ αυτό είχε ιδιαίτερη αξία.

Ο μπακάλης ήταν κάτι περισσότερο από έμπορος

Το παντοπωλείο της γειτονιάς δεν ήταν απλώς ένα κατάστημα.

Ήταν σημείο συνάντησης.

Πίσω από τον ξύλινο πάγκο, ανάμεσα στα τσουβάλια με τα όσπρια, τα δοχεία με το λάδι, τα κουτιά και τις μυρωδιές των προϊόντων, ο μπακάλης γνώριζε τους ανθρώπους της γειτονιάς.

Ήξερε ποια οικογένεια περίμενε το μεροκάματο.

Ήξερε ποιος είχε άρρωστο άνθρωπο στο σπίτι.

Ήξερε ποιος δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα.

Και πολλές φορές γνώριζε τις ανάγκες ενός σπιτιού πριν ακόμη του τις πουν.

Αυτό έκανε το τεφτέρι του βερεσέ κάτι περισσότερο από έναν κατάλογο χρεών. Ήταν ένα άτυπο σύστημα αλληλοβοήθειας.

Πότε πληρωνόταν το βερεσέ;

Συνήθως η εξόφληση γινόταν όταν ερχόταν το μεροκάματο ή ο μισθός.

Για πολλές οικογένειες, αυτό σήμαινε το τέλος του μήνα.

Τότε ο πατέρας ή η μητέρα περνούσε από το παντοπωλείο και έδινε όσα χρήματα μπορούσε.

Δεν ήταν απαραίτητο να εξοφληθεί ολόκληρο το ποσό.

Μερικές φορές δινόταν ένα μέρος και το υπόλοιπο παρέμενε στο τετράδιο.

Η ζωή συνεχιζόταν και το τεφτέρι έμενε ανοιχτό.

Αυτό απαιτούσε μεγάλη εμπιστοσύνη και από τις δύο πλευρές. Ο πελάτης γνώριζε ότι έπρεπε να είναι συνεπής. Ο μπακάλης γνώριζε ότι έπρεπε να δείξει κατανόηση.

Το βερεσέ και η αξιοπρέπεια

Σήμερα η λέξη «βερεσές» μπορεί να συνδέεται εύκολα με την οικονομική δυσκολία.

Για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, όμως, δεν ήταν απαραίτητα κάτι ντροπιαστικό.

Ήταν μέρος της καθημερινότητας.

Οι οικογένειες περνούσαν περιόδους που τα χρήματα δεν έφταναν. Ο μπακάλης το γνώριζε και συχνά προσπαθούσε να βοηθήσει χωρίς να εκθέσει τον άνθρωπο που είχε απέναντί του.

Αυτό ήταν ίσως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της σχέσης τους.

Η βοήθεια προσφερόταν διακριτικά.

Χωρίς μεγάλα λόγια.

Χωρίς να χρειάζεται κάποιος να αποδείξει την ανάγκη του.

Όχι μόνο βερεσέ, αλλά και ανθρώπινη σχέση

Η σχέση ανάμεσα στον μπακάλη και την οικογένεια δεν περιοριζόταν στις συναλλαγές.

Υπήρχαν μικρές πράξεις που σήμερα μπορεί να φαίνονται ασήμαντες, αλλά τότε είχαν μεγάλη σημασία.

Ένα μικρό κέρασμα στα παιδιά.

Λίγο παραπάνω προϊόν στη σακούλα.

Μια κουβέντα για το σπίτι.

Μια συμβουλή.

Μια παράταση μέχρι να πληρωθεί το μεροκάματο.

Ο μπακάλης γνώριζε τους πελάτες του με το μικρό τους όνομα. Και εκείνοι γνώριζαν την οικογένειά του.

Το παντοπωλείο ήταν κομμάτι της γειτονιάς.

Όταν ήρθαν τα μεγάλα καταστήματα

Με τα χρόνια, η αγορά άλλαξε.

Τα μικρά παντοπωλεία άρχισαν να αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό από μεγαλύτερα καταστήματα και αργότερα από τα σούπερ μάρκετ.

Οι συναλλαγές έγιναν πιο γρήγορες και πιο απρόσωπες.

Οι ταμειακές μηχανές αντικατέστησαν τα χειρόγραφα τετράδια. Οι κάρτες και οι ηλεκτρονικές πληρωμές περιόρισαν ακόμη περισσότερο την ανάγκη για πίστωση.

Η γειτονιά άλλαξε.

Και μαζί της άλλαξε και ο τρόπος με τον οποίο αγοράζουμε τα καθημερινά μας αγαθά.

Από το τεφτέρι στην πιστωτική κάρτα

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές είναι μεγάλη.

Σήμερα η πίστωση μπορεί να παρέχεται από μια τράπεζα, μια κάρτα ή μια ηλεκτρονική υπηρεσία.

Τότε μπορούσε να παρέχεται από τον άνθρωπο πίσω από τον πάγκο.

Το παλιό τεφτέρι δεν είχε εφαρμογή, κωδικό ασφαλείας ή ηλεκτρονική ειδοποίηση.

Είχε ένα μολύβι και ένα όνομα.

Και πίσω από αυτό το όνομα υπήρχε μια σχέση εμπιστοσύνης.

Τι έμεινε από την εποχή του βερεσέ;

Το τεφτέρι μπορεί να χάθηκε από τα περισσότερα παντοπωλεία, όμως η ιστορία του παραμένει ζωντανή στις αναμνήσεις όσων έζησαν εκείνα τα χρόνια.

Για πολλούς ανθρώπους, η φράση «γράψ’ τα» θυμίζει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια αγορά χωρίς άμεση πληρωμή.

Θυμίζει μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι γνώριζαν ο ένας τον άλλον.

Μια κοινωνία όπου η οικονομική δυσκολία δεν ήταν πάντα προσωπική υπόθεση, αλλά μπορούσε να γίνει αφορμή για αλληλεγγύη.

Το βερεσέ δεν ήταν απλώς ένας τρόπος αγοράς.

Ήταν ένας άτυπος δεσμός εμπιστοσύνης.

Και ίσως γι’ αυτό το παλιό τεφτέρι εξακολουθεί να συγκινεί.

Γιατί μέσα στις κιτρινισμένες σελίδες του δεν ήταν γραμμένες μόνο ποσότητες και χρέη.

Ήταν γραμμένες ιστορίες ανθρώπων.

Ιστορίες μιας Ελλάδας που μπορεί να άλλαξε, αλλά δεν ξεχάστηκε.

 

Αν αυτή η είδηση σε άγγιξε, συνέχισε να ανακαλύπτεις τον κόσμο μέσα από τις υπόλοιπες σελίδες της κατηγορίας   https://morfeszois.com/katigories/kosmos/

 

Θέλεις περισσότερα άρθρα;  Ακολούθησέ μας στο https://www.facebook.com/profile.php?id=61574820057874  και το https://www.instagram.com/morfeszois/  για να μη χάνεις τίποτα

 

Συντάκτρια  Δέσποινα Μπλάτζα –https://morfeszois.com/

Μοιράσου αυτό το άρθρο!

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή