Μαμά, γιατί δεν μ’ αγαπάς;

Δεν ξέρω πότε κατάλαβα για πρώτη φορά ότι κάτι έλειπε από το σπίτι μας.

Ίσως ήταν μια συνηθισμένη σχολική μέρα. Εκείνη την ηλικία, τα παιδιά δεν χρειάζονται πολλά. Ένα χαμόγελο. Ένα φιλί. Μια αγκαλιά πριν περάσουν την πόρτα του σχολείου.

Έβλεπα τις άλλες μαμάδες να σκύβουν πάνω από τα παιδιά τους. Να τους φτιάχνουν τα μαλλιά. Να τα φιλούν στο μέτωπο. Να τους λένε «θα τα πούμε το μεσημέρι».

Η δική μου στεκόταν λίγο πιο πίσω.

Τα χέρια της σταυρωμένα.

Το βλέμμα της αλλού.

Κι εγώ, παιδί ακόμη, προσπαθούσα να καταλάβω τι έπρεπε να κάνω για να με πλησιάσει.

Ίσως έπρεπε να είμαι πιο καλή.

Ίσως να διαβάζω περισσότερο.

Ίσως να μην κάνω λάθη.

Ίσως, αν γινόμουν το παιδί που ήθελε, να με αγκάλιαζε κάποτε.

«Μαμά;»

Καμιά φορά την πλησίαζα διστακτικά.

«Μαμά;»

«Τι;» απαντούσε μηχανικά, χωρίς να σηκώσει τα μάτια από ό,τι έκανε.

«Θα κάτσεις λίγο μαζί μου;»

«Έχω δουλειές. Άσε τώρα τα χαζά.»

Χαζά.

Έτσι ονομάστηκε μέσα μου η ανάγκη μου για αγκαλιά.

Χαζό ήταν να θέλω ένα χάδι.

Χαζό ήταν να θέλω να ακούσω ένα «σ’ αγαπώ».

Χαζό ήταν να θέλω η μητέρα μου να χαρεί όταν με έβλεπε.

Και επειδή ένα παιδί δεν μπορεί εύκολα να σκεφτεί «η μητέρα μου δεν ξέρει να εκφράζει την αγάπη της», σκέφτεται κάτι πολύ πιο σκληρό:

«Μάλλον δεν αξίζω να με αγαπούν.»

Αυτή η σκέψη μπορεί να γίνει αόρατο βάρος.

Δεν τη λες.

Δεν την εξηγείς.

Απλώς μεγαλώνεις μαζί της.

Όταν η αγάπη γίνεται ερώτηση

Τα χρόνια πέρασαν.

Κι εγώ έμαθα να μην ζητάω.

Δεν ζητούσα αγκαλιά.

Δεν ζητούσα επιβεβαίωση.

Δεν έλεγα όταν πονούσα.

Έμαθα να καταπίνω τα δάκρυά μου και να λέω «είμαι καλά».

Μόνο που μέσα μου υπήρχε πάντα εκείνο το παιδί που περίμενε.

Περίμενε μια μέρα να ανοίξει η πόρτα και να ακούσει:

«Έλα εδώ.»

Περίμενε ένα χέρι να ακουμπήσει στον ώμο του.

Περίμενε μια φωνή να πει:

«Είμαι περήφανη για σένα.»

Κάποιες φορές η έλλειψη τρυφερότητας δεν φαίνεται στους άλλους.

Ένα παιδί μπορεί να μεγαλώσει, να σπουδάσει, να εργαστεί, να δημιουργήσει οικογένεια και να φαίνεται απόλυτα δυνατό.

Κι όμως, μέσα του μπορεί να κουβαλά μια βαθιά ανάγκη για αποδοχή.

Γιατί η παιδική ηλικία δεν τελειώνει πάντα όταν μεγαλώνουμε.

Ορισμένες ανάγκες της συνεχίζουν να μας ακολουθούν.

Έφυγα για να μπορέσω να αναπνεύσω

Έφυγα από το σπίτι μικρή.

Δεν έφυγα μόνο για να ζήσω τη δική μου ζωή.

Έφυγα γιατί ήθελα να αναπνεύσω.

Ήθελα να μάθω πώς είναι να βρίσκεσαι δίπλα σε ανθρώπους που χαίρονται όταν σε βλέπουν.

Να υπάρχει κάποιος που να σε ρωτά πραγματικά:

«Πώς είσαι;»

Και να περιμένει την απάντηση.

Παράξενο πράγμα η αγάπη όταν δεν την έχεις μάθει από εκεί που περίμενες.

Στην αρχή δεν ξέρεις πώς να τη δεχτείς.

Όταν κάποιος σε αγκαλιάζει, μπορεί να σφίγγεσαι.

Όταν κάποιος σε επαινεί, ψάχνεις αμέσως τι έκανες λάθος.

Όταν κάποιος σου λέει «σε χρειάζομαι», φοβάσαι μήπως αύριο φύγει.

Κι όταν κάποιος σε αγαπά χωρίς όρους, ένα κομμάτι σου δυσκολεύεται να το πιστέψει.

Γιατί έχει μάθει ότι η αγάπη πρέπει να κερδίζεται.

Δεν φταίει το παιδί

Αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό που θα μπορούσε να ακούσει κάποιος που μεγάλωσε χωρίς αρκετή τρυφερότητα:

Δεν έφταιγες εσύ.

Δεν ήσουν πολύ ευαίσθητη.

Δεν ζητούσες πολλά.

Δεν ήσουν βάρος.

Δεν ήταν λάθος που ήθελες τη μητέρα σου.

Η ανάγκη ενός παιδιού για ασφάλεια, αποδοχή και συναισθηματική σύνδεση είναι βαθιά ανθρώπινη.

Και όταν αυτή η ανάγκη μένει ανικανοποίητη, μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας.

Μπορεί να γίνουμε άνθρωποι που προσπαθούν διαρκώς να αποδείξουν την αξία τους.

Να φοβόμαστε την απόρριψη.

Να μένουμε σε σχέσεις που μας πληγώνουν επειδή η απόσταση μάς φαίνεται οικεία.

Ή, αντίθετα, να χτίζουμε γύρω μας τείχη για να μην ξαναπονέσουμε.

Δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι μεγάλωσαν χωρίς τρυφερότητα θα αντιμετωπίσουν τις ίδιες δυσκολίες.

Σημαίνει όμως ότι οι πρώτες μας σχέσεις μπορούν να αφήσουν αποτυπώματα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την αγάπη και την ασφάλεια.

Και τότε έγινα εγώ η αγκαλιά που έλειπε

Κάποια στιγμή κατάλαβα κάτι.

Δεν μπορούσα να αλλάξω τα παιδικά μου χρόνια.

Δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω εκείνη τη μικρή που περίμενε πίσω από μια κλειστή πόρτα.

Δεν μπορούσα να αναγκάσω τη μητέρα μου να γίνει ο άνθρωπος που χρειαζόμουν.

Μπορούσα όμως να γίνω εγώ αυτός ο άνθρωπος.

Άρχισα να μιλάω στον εαυτό μου διαφορετικά.

Να μην τον τιμωρώ για τα λάθη του.

Να επιτρέπω στον εαυτό μου να κλαίει.

Να ζητά βοήθεια.

Να δέχεται αγάπη χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει πρώτα να την πληρώσει με κάτι.

Και κυρίως, έμαθα να μην ντρέπομαι για το παιδί που ήμουν.

Εκείνο το παιδί δεν ήταν αδύναμο.

Ήταν απλώς ένα παιδί που ήθελε να αγαπηθεί.

Μπορούμε να σπάσουμε τον κύκλο

Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη απέναντι σε μια δύσκολη παιδική ηλικία.

Όχι να ξεχάσεις.

Αλλά να μη μεταφέρεις τον ίδιο πόνο στους ανθρώπους που αγαπάς.

Να μάθεις να λες «σ’ αγαπώ».

Να αγκαλιάζεις.

Να ακούς.

Να ζητάς συγγνώμη.

Να αφήνεις το παιδί σου να ξέρει ότι μπορεί να έρθει κοντά σου χωρίς φόβο.

Γιατί η αγάπη δεν χρειάζεται να είναι τέλεια.

Χρειάζεται να είναι παρούσα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται ένας από τους πιο δύσκολους αλλά και πιο όμορφους δρόμους της ενηλικίωσης:

Να πάρεις ό,τι σου έλειψε και να το μετατρέψεις σε κάτι που μπορείς να προσφέρεις.

«Μαμά, γιατί δεν μ’ αγαπάς;»

Δεν ξέρω αν θα σταματήσω ποτέ να κάνω αυτή την ερώτηση μέσα μου.

Ίσως κάποια ερωτήματα δεν εξαφανίζονται.

Αλλά αλλάζουν.

Σήμερα δεν περιμένω πια την απάντηση από εκείνη.

Την έχω βρει μέσα μου.

Ίσως δεν ήμουν εγώ το πρόβλημα.

Ίσως εκείνη κουβαλούσε τις δικές της πληγές.

Ίσως δεν έμαθε ποτέ πώς να αγαπά με τον τρόπο που χρειαζόμουν.

Αυτό δεν ακυρώνει τον πόνο μου.

Αλλά με βοηθά να τον αφήσω σιγά σιγά κάτω.

Γιατί δεν χρειάζεται να περάσουμε όλη μας τη ζωή περιμένοντας από κάποιον να μας δώσει την αγάπη που δεν μπόρεσε να μας δώσει.

Μπορούμε να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας.

Να επιλέγουμε ανθρώπους που μας σέβονται.

Να δημιουργούμε σχέσεις όπου υπάρχει χώρος για συναίσθημα.

Και κάποτε, ίσως κοιτάξουμε πίσω και καταλάβουμε κάτι που τότε δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε:

Δεν ήταν δική μας δουλειά να γίνουμε αρκετοί για να μας αγαπήσουν.

Ήμασταν ήδη αρκετοί.

Από την αρχή.

Και το παιδί που κάποτε ζητούσε μια αγκαλιά δεν χρειάζεται πια να περιμένει.

Γιατί τώρα υπάρχει κάποιος που μπορεί να του τη δώσει.

Εμείς.

 

Αν αυτό το άρθρο σου άνοιξε νέους τρόπους σκέψης, συνέχισε να εξερευνάς τον κόσμο των εναλλακτικών ιδεών μέσα από τις υπόλοιπες σελίδες της κατηγορίας  https://morfeszois.com/katigories/enallaktika/

 

Θέλεις περισσότερα άρθρα;  Ακολούθησέ μας στο https://www.facebook.com/profile.php?id=61574820057874  και το https://www.instagram.com/morfeszois/  για να μη χάνεις τίποτα!

 

Συντάκτρια  Δέσποινα Μπλάτζα https://morfeszois.com/

Μοιράσου αυτό το άρθρο!

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή