Το μεγαλείο του Ζαμπέτα

Ένα τραγούδι που δεν γράφτηκε σε στούντιο

Γράφτηκε σε φάμπρικα.

Το τραγούδι «Αυτοί που μένουν κι αυτοί που φεύγουν» δεν είναι απλώς μια επιτυχία του Γιώργου Ζαμπέτα. Είναι ένα ντοκουμέντο ζωής. Μια αληθινή μαρτυρία για τη μετανάστευση, τον αποχωρισμό και τη σιωπηλή αντοχή ανθρώπων που έζησαν ανάμεσα σε βαλίτσες, σταθμούς και λιμάνια.

Και αυτό είναι το μεγαλείο του.

Οι άνθρωποι πίσω από τους στίχους

Οι «φεύγοντες» και οι «μένοντες» δεν είναι σύμβολα. Είναι πρόσωπα.

Είναι οι μετανάστες που έφευγαν για τη Γερμανία, την Αυστραλία, το Βέλγιο.
Είναι αυτοί που αποχαιρετούσαν.
Και αυτοί που έμεναν πίσω, κουνώντας μαντήλια.

Το τραγούδι γράφτηκε το 1970 και είναι αυτοβιογραφικό. Οι στίχοι ανήκουν στον Αλέξανδρο Καγιάντα, έναν άνθρωπο έξω από το καλλιτεχνικό στερέωμα, αλλά βαθιά μέσα στην αλήθεια.

Ο Αλέξανδρος Καγιάντας: ένας εργάτης με λέξεις

Ο Καγιάντας γεννήθηκε στη Χίο.
Στα 18 του χρόνια έφυγε μετανάστης στη Γερμανία.

Δούλεψε για χρόνια σε εργοστάσιο στο Μόναχο. Ζούσε τη σκληρή καθημερινότητα της ξενιτιάς. Παράλληλα, έγραφε κείμενα για τη Βαυαρική Ραδιοφωνία και στίχους τραγουδιών — όχι για δόξα, αλλά από ανάγκη να μιλήσει.

Οι στίχοι του δεν είχαν τεχνάσματα.
Είχαν εμπειρία.

Την περίοδο 1969–1970, ο Γιώργος Ζαμπέτας εμφανιζόταν στο κέντρο «Αναμνήσεις».

Ένα βράδυ ενημερώθηκε πως είχε φτάσει ένας φάκελος από τη Γερμανία. Από το Μόναχο.
Όταν άνοιξε τον φάκελο, βρήκε στίχους και μια επιστολή με την υπογραφή: Αλέξανδρος Καγιάντας.

Ο ίδιος ο Ζαμπέτας θα γράψει αργότερα στην αυτοβιογραφία του:

«Σαλεύουνε οι στίχοι».

Ανάμεσα στα χαρτιά υπήρχαν στίχοι που έμελλε να γίνουν μεγάλες επιτυχίες:

  • «Ο Αλήτης»

  • «Το γράμμα και η φωτογραφία»

  • «Πού ήσουν και πού χάθηκες»

  • «Μάλιστα κύριε»

  • «Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν»

Μια συνεργασία που γεννήθηκε από συγκίνηση

Ο Ζαμπέτας δεν άφησε το γράμμα αναπάντητο.

Απάντησε στον Καγιάντα, του είπε ότι οι στίχοι του τον συγκίνησαν και του υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί στο Μόναχο. Και το έκανε.

Μια Δευτέρα, στο ρεπό του, ταξίδεψε στη Γερμανία.
Γνώρισε τον Καγιάντα και την οικογένειά του.

Από εκείνη τη συνάντηση γεννήθηκε μια συνεργασία που άφησε ισχυρό αποτύπωμα στο λαϊκό τραγούδι.

Γιατί το τραγούδι αντέχει ακόμα

Το «Αυτοί που μένουν κι αυτοί που φεύγουν» δεν παλιώνει γιατί δεν μιλά για μια εποχή.
Μιλά για μια ανθρώπινη συνθήκη.

Οι στίχοι του δεν φωνάζουν.
Σφίγγουν τα χείλη.
Κρύβουν δάκρυα.
Κουνούν μαντήλια.

Και αυτό είναι που τους κάνει διαχρονικούς.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας είχε το χάρισμα να αναγνωρίζει την αλήθεια.

Να παίρνει τον λόγο ενός εργάτη, ενός μετανάστη, και να τον μετατρέπει σε τραγούδι που χωράει μέσα του χιλιάδες ζωές.

Αυτό είναι πολιτισμός.
Όχι μόνο τέχνη.
Μνήμη.

Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν και άνθρωποι που μένουν,
αυτό το τραγούδι θα συνεχίσει να μιλά.

 

Αυτοί που φεύγουν σφίγγουν τα χείλια
πνίγουν τα δάκρυα να μη φανούν
κι αυτοί που μένουν κουνούν μαντήλια
κι αναστενάζουν γιατί πονούν.

Κι αυτούς που φεύγουν
κι αυτούς που μένουν
οι μοίρες μ’ απονιά
πάντα τους δέρνουν.

Αυτοί που φεύγουν κάποιο λυγμό τους
παίρνουν μαζί τους και μιαν ευχή
κι αυτοί που μένουν στο σπαραγμό τους
κάνουν κουράγιο και προσευχή.

Κι αυτούς που φεύγουν
κι αυτούς που μένουν
οι μοίρες μ’ απονιά
πάντα τους δέρνουν.

 

 

Αν αυτό το άρθρο σου κίνησε το ενδιαφέρον, συνέχισε να εξερευνάς τον κόσμο του πολιτισμού μέσα από τις υπόλοιπες σελίδες της κατηγορίας  https://morfeszois.com/katigories/politismos/

 

 

Θέλεις περισσότερα άρθρα;  Ακολούθησέ μας στο https://www.facebook.com/profile.php?id=61574820057874  και το https://www.instagram.com/morfeszois/  για να μη χάνεις τίποτα!

 

Συντάκτρια  Δέσποινα Μπλάτζα –https://morfeszois.com/

Μοιράσου αυτό το άρθρο!

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή